Δύο χρόνια μετά τη μεγάλη πυρκαγιά του Έβρου, το δάσος της Δαδιάς δίνει τα πρώτα μηνύματα για την πορεία της φυσικής του αποκατάστασης.
Η μεγαπυρκαγιά του καλοκαιριού του 2023 επηρέασε συνολικά 94.250 εκτάρια, μεγάλο μέρος των οποίων αφορούσε δάση και δασικές εκτάσεις, πλήττοντας και το Εθνικό Πάρκο Δάσους Δαδιάς-Λευκίμης-Σουφλίου.
Στο πλαίσιο προγράμματος που ανατέθηκε από τη Γενική Διεύθυνση Δασών και Δασικού Περιβάλλοντος του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, ερευνητική ομάδα από το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, το Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης και το Ιόνιο Πανεπιστήμιο, σε συνεργασία με τη μελετητική εταιρεία ΜΕΛΙΑ Α.Ε., μελέτησε τη φυσική μεταπυρική αναγέννηση των κωνοφόρων του Εθνικού Πάρκου.
Η καταγραφή επικεντρώθηκε κυρίως στην τραχεία πεύκη, σε περιοχές όπου το είδος κυριαρχούσε πριν από την πυρκαγιά, είτε σε αμιγείς συστάδες είτε σε μικτές συστάδες με δρυ.
180 σημεία δειγματοληψίας στη Δαδιά
Οι ερευνητές επέλεξαν συνολικά 180 θέσεις δειγματοληψίας, σε καθεμία από τις οποίες πραγματοποιήθηκε καταγραφή της φυσικής αναγέννησης σε τρεις επιμέρους επιφάνειες.
Οι θέσεις χωρίστηκαν με βάση τη δριμύτητα της πυρκαγιάς σε τρεις κατηγορίες: χαμηλή, μέση και υψηλή, ενώ παράλληλα εξετάστηκε η επίδραση των μεταπυρικών παρεμβάσεων, όπως οι υλοτομίες και τα αντιδιαβρωτικά έργα.
Το βασικό συμπέρασμα ήταν σαφές: η δριμύτητα της καύσης αποτελεί τον σημαντικότερο παράγοντα που επηρεάζει τη φυσική αναγέννηση της τραχείας πεύκης.
Οι περιοχές που είχαν καεί με υψηλή δριμύτητα εμφάνισαν τα χαμηλότερα επίπεδα αναγέννησης σε σχέση με τις περιοχές χαμηλής και μέτριας δριμύτητας.
Περισσότερα δενδρύλλια εκεί όπου παρέμεινε το καμένο ξύλο
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το εύρημα σχετικά με τη μεταπυρική διαχείριση.
Η αναγέννηση των πεύκων ήταν υψηλότερη στις θέσεις όπου το καμένο ξύλο δεν είχε απομακρυνθεί, καθώς και στις περιοχές όπου είχαν τοποθετηθεί κορμοδέματα.
Αντίθετα, στις θέσεις όπου πραγματοποιήθηκαν υλοτομίες, είτε μεμονωμένα είτε σε συνδυασμό με κορμοδέματα, καταγράφηκαν γενικά χαμηλότερες πυκνότητες δενδρυλλίων σε όλες τις κατηγορίες δριμύτητας της πυρκαγιάς.
Το εύρημα αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για τον σχεδιασμό των επόμενων μεταπυρικών παρεμβάσεων, καθώς δείχνει ότι ο τρόπος με τον οποίο διαχειρίζεται μια καμένη περιοχή μπορεί να συνδέεται με την πορεία της φυσικής αναγέννησης.
Πιο ευνοϊκές οι βορινές πλαγιές
Η έρευνα κατέγραψε επίσης διαφοροποιήσεις ανάλογα με τα χαρακτηριστικά του εδάφους.
Η αναγέννηση των πεύκων ήταν υψηλότερη στις βορινές πλαγιές, ενώ μειωνόταν στις ιδιαίτερα επικλινείς περιοχές.
Παράλληλα, στις περιοχές υψηλής δριμύτητας της πυρκαγιάς καταγράφηκε μεγαλύτερη κάλυψη από ξυλώδη φυτά στον υπόροφο.
Κυρίαρχη παρουσία είχαν οι λαδανιές (Cistus spp.), ενώ σε μικρότερα ποσοστά εμφανίζονταν ρείκια
(Erica spp.) και βελανιδιές (Quercus spp.).
Η εικόνα αυτή δείχνει ότι στα πρώτα στάδια μετά την πυρκαγιά μπορεί να μεταβάλλεται η σύνθεση της φυτοκοινότητας, με άλλα είδη να αποκτούν μεγαλύτερη παρουσία.
Τι συμβαίνει με τα αγρωστώδη και τα βρύα
Τα βρύα του εδάφους ήταν περισσότερο άφθονα στις περιοχές που είχαν πληγεί από πυρκαγιές υψηλής και μέσης έντασης. Σύμφωνα με την έρευνα, αυτό πιθανώς σχετίζεται με την ικανότητά τους να αποικίζουν τα εκτεθειμένα υποστρώματα και να συμβάλλουν στα αρχικά στάδια ανάκαμψης του οικοσυστήματος.
Αντίθετα, στις περιοχές χαμηλής δριμύτητας ευνοήθηκε περισσότερο η ανάπτυξη αγρωστωδών και άλλων ποωδών φυτών.
Μάλιστα, καταγράφηκε αρνητική συσχέτιση μεταξύ της κάλυψης αυτών των φυτών και της παρουσίας δενδρυλλίων τραχείας πεύκης.
Η εικόνα δεν έχει ακόμη «κλειδώσει»
Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι τα αποτελέσματα αποτελούν σημαντικές πρώτες πληροφορίες για την πορεία αποκατάστασης των κωνοφόρων, δεν μπορούν όμως ακόμη να θεωρηθούν η τελική εικόνα του δάσους.
Ο βασικός λόγος είναι ότι τα νεαρά δενδρύλλια ενδέχεται να παρουσιάσουν θνησιμότητα κατά τις θερινές περιόδους, ενώ παράλληλα μπορεί να συνεχιστεί η εγκατάσταση νέων ατόμων τραχείας πεύκης τα επόμενα χρόνια.
Οι δύο αυτές διαδικασίες μπορούν να αλλάξουν τις ισορροπίες μεταξύ των ειδών και να επηρεάσουν τελικά τη σύνθεση της φυτοκοινότητας.
Γι’ αυτό και η παρακολούθηση δεν σταματά στην πρώτη καταγραφή.
Επόμενος σταθμός η μαύρη πεύκη
Η ερευνητική ομάδα σχεδιάζει να συνεχίσει και φέτος την παρακολούθηση της φυσικής αναγέννησης, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στις περιοχές όπου υπάρχει μαύρη πεύκη.
Η πολυετής παρακολούθηση θεωρείται κρίσιμη, καθώς θα επιτρέψει να καταγραφεί με μεγαλύτερη ακρίβεια η πορεία της φυσικής αποκατάστασης του δάσους και να αξιοποιηθούν τα δεδομένα στον σχεδιασμό των μελλοντικών αποφάσεων για τη μεταπυρική διαχείριση.
Η Δαδιά, επομένως, δεν έχει ακόμη επιστρέψει στην εικόνα που είχε πριν από το 2023. Όμως τα πρώτα επιστημονικά δεδομένα δείχνουν ότι η αναγέννηση έχει ήδη ξεκινήσει και ότι η πορεία της δεν είναι ίδια σε όλες τις καμένες εκτάσεις.
Το μεγάλο ζητούμενο πλέον είναι να παρακολουθηθεί αυτή η φυσική διαδικασία χωρίς βιαστικές παρεμβάσεις που μπορεί να αλλάξουν την εξέλιξή της.
Τα αναλυτικά αποτελέσματα της καταγραφής του 2025 έχουν δημοσιευθεί σε επιστημονικό άρθρο στο Forest Ecology and Management.













