ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Γιώργος Σεφέρης: Ο κλασικός του 20ού αιώνα – Η διπλωματική καριέρα, η ποίηση και το Νόμπελ

Της Ελένης Καραμήτσου

Από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές, ο Γιώργος Σεφέρης μαζί με τον Οδυσσέα Ελύτη είναι οι μόνοι Έλληνες που έχουν βραβευτεί με Νόμπελ Λογοτεχνίας. Η νεοελληνική γραμματεία τον αναγνωρίζει ως έναν από τους κλασικούς του 20ού αιώνα. Η γλώσσα του, πυκνή και καίρια, συμπυκνώνει στην ποίησή του αυτό που ο ίδιος ονόμασε επιγραμματικά “καημό της ρωμιοσύνης”. Η ζωντανή, γηγενής παράδοση συμπορεύεται με τη σύγχρονη ευρωπαϊκή παιδεία.

Στις 22 Ιουλίου 1971 εισήχθη στον Ευαγγελισμό με συμπτώματα έλκους, το οποίο τον ταλαιπωρούσε τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια. Πέθανε τη Δευτέρα 20 Σεπτεμβρίου της ίδιας χρονιάς, ενώ η κηδεία του που έγινε δύο μέρες μετά, στις 22 Σεπτεμβρίου 1971 εξελίχθηκε τόσο σε λαϊκό προσκύνημα όσο και σε διαδήλωση εναντίον της Χούντας με πλήθος νέων να κατακλύζουν την Αθήνα ακολουθώντας τη νεκρώσιμη ακολουθία ως το Α’ Νεκροταφείο και τραγουδώντας το απαγορευμένο “Στο περιγιάλι το κρυφό”, σε μουσική του Μίκη Θεοδωράκη.

 

 

Γεννήθηκε στη Σμύρνη στις 13 Μαρτίου, ενώ σε ηλικία 14 ετών έγραψε τους πρώτους στίχους. Με το ξέσπασμα του Μεγάλου Πολέμου κατά τη θερινή περίοδο του έτους, η οικογένεια μετανάστευσε στην Ελλάδα. Στις 14 Ιουλίου του 1918, η μητέρα του μαζί με τα τρία παιδιά της μετέβησαν στο Παρίσι όπου ο πατέρας του Στέλιος εργαζόταν ως δικηγόρος και επιθυμούσε όλη η οικογένειά του να μεταφερθεί στο Παρίσι κι ο γιος του Γιώργος να σπουδάσει στη γαλλική πρωτεύουσα. Ο Γιώργος Σεφέρης έμεινε εκεί έως το καλοκαίρι του 1924, ασχολούμενος με τη λογοτεχνία: μεταφράσεις, αναγνώσεις Γάλλων κλασικών και συγγραφή ποιημάτων, ενώ πήρε και πτυχίο στη Νομική, τον Οκτώβριο του 1921. Τέλος Αυγούστου 1924 πήγε στο Λονδίνο για να τελειοποιήσει τα αγγλικά του εν όψει των εξετάσεων στο Υπoυργείο Εξωτερικών. Τον Φεβρουάριο του 1925 επέστρεψε στην Αθήνα και το 1927 διορίστηκε στη διπλωματική υπηρεσία του υπουργείου Εξωτερικών ως ακόλουθος πρεσβείας. Ακολούθησε μια λαμπερή καριέρα στο Διπλωματικό Σώμα. Το 1957, τοποθετήθηκε ως πρεσβευτής της Ελλάδας στη Μεγάλη Βρετανία. Το Φόρεϊν Όφις σχολίασε την αλλαγή στο ελληνικό διπλωματικό πόστο του Λονδίνου: “η αλλαγή [πρεσβευτού] δεν δύναται να μας είναι ευάρεστη, ενώ ο μόνιμος υφυπουργός του Κράτους, σερ Φρέντερικ Χόγιερ-Μίλαρ σημείωνε, «[…]ο κος Σεφεριάδης θα είναι μάλλον ενοχλητικός.[…]». Την άνοιξη του 1960 εξασφάλισε τον επαναπατρισμό στην Ελλάδα των λειψάνων του Κάλβου. Το φθινόπωρο του ίδιου έτους συνάντησε τον Μίκη Θεοδωράκη στο Λονδίνο, και σε σύντομο χρονικό διάστημα ακολούθησε η πρώτη δημόσια εκτέλεση τεσσάρων μελοποιημένων ποιημάτων του με τον γενικότερο τίτλο Επιφάνεια. Στις 9 Ιουνίου αναγορεύτηκε σε επίτιμο διδάκτορα της Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Κέμπριτζ. Τα Ημερολόγιά του με τίτλο “Μέρες”, που άρχισαν να γράφονται το 1925, σταματούν την Τρίτη 27 Δεκεμβρίου του 1960 (Μέρες Ζ). Την ίδια χρονιά έγραψε για τον Ανδρέα Κάλβο (Δοκιμές, δεύτερος τόμος) με αφορμή τη μετακομιδή των οστών του στην Αθήνα. Στις 20 Αυγούστου 1962 εγκατέλειψε οριστικά την ελληνική πρεσβεία στο Λονδίνο και τέθηκε “εις την διάθεσιν” του Ελληνικού Υπουργείου των Εξωτερικών. Το 1962 συνταξιοδοτήθηκε.

Στις 10 Απριλίου του 1941, μία ημέρα μετά την κατάληψη της Θεσσαλονίκης από τους Γερμανούς, είχε παντρευτεί στην Πλάκα με Μαρώ Ζάννου, με την οποία δεν απέκτησε παιδιά.

 

 

Η πρώτη εμφάνιση στην ελληνική λογοτεχνία με τη “Στροφή”

Στα ελληνικά γράμματα εμφανίστηκε το 1931, με την ποιητική συλλογή Στροφή. Τυπώθηκε και εκδόθηκε τον Μάιο του 1931 και είχε έκταση 41 σελίδες. Τυπώθηκε με έξοδα του ποιητή σε διακόσια αντίτυπα αριθμημένα στο “Τυπογραφείον της Εστίας”, από τα οποία πενήντα εκτός εμπορίου προορισμένα για τους κριτικούς και αποτελείται από δεκατέσσερα ποιήματα, που είναι γραμμένα μεταξύ 1924 και 1931. Η συλλογή δημοσιεύθηκε σχεδόν ταυτόχρονα με το διορισμό του Σεφέρη στο Γενικό Προξενείο της Ελλάδας στο Λονδίνο.

Ο Γιώργος Αποστολίδης, δικηγόρος θυμήθηκε έναν διάλογο που είχε με τον ποιητή ένα βράδυ του 1931: “Φίλοι που τους τα έδειξα βρήκαν πως δεν έχουν κανένα νόημα. Άλλοι μου είπαν να προσέξω μήπως αυτό βλάψει την καριέρα μου στο Υπουργείο. Και όταν τους αποκρίθηκα πως είμαι αποφασισμένος να τα τυπώσω, μου είπαν πως θα ‘ταν φρόνιμο να τα βγάλω ανωνύμως ή τουλάχιστον με ένα ψευδώνυμο αρκετά παραπλανητικό, ώστε αν γίνει σκάνδαλο, να μπορέσω να κρυφτώ πίσω του”. Τα πενήντα εκτός εμπορίου τα διένειμε σε συγγενείς και φίλους.

Η αδελφή του ποιητή Ιωάννα Τσάτσου είπε: “Ήταν μεγάλη στιγμή μου όταν το ’31 τυπώθηκε αυτό το πρώτο του βιβλίο, η Στροφή. Ήρθε στην οδό Σπευσίππου κρατώντας δύο αντίτυπα. Κάθισε πλάι μου: “Αυτό είναι ο αριθμός 1 για μένα, τούτο ο αριθμός δύο για σένα. Δε σου γράφω τίποτα. Τί να τα κάνεις τα λόγια; δεν έχουν τέλος τα όσα έχουμε στην καρδιά.” ”

Επίσης σημείωσε: “Για τη Στροφή γράφτηκε ένα σχόλιο στο Έθνος, σχεδόν ειρωνικό, απ’ ό,τι θυμάμαι. Την ανέφερε και ο Αρίστος Καμπάνης στην Εργασία μαζί με άλλες ποιητικές συλλογές. Όμως ο Κατσίμπαλης, αυτός ο μοναδικός φίλος, σωστός κράχτης του Γιώργου, θαύμαζε και επαινούσε όπου βρισκόταν τον νέον ποιητή. […] Θυμάμαι ακόμα τον Αλέξανδρο Παπαναστασίου ν’ ανεβαίνει τις σκάλες του σπιτιού μας απαγγέλοντας: “τα μυστικά της θάλασσας ξεχνιούνται στ’ ακρογιάλια.” Και να προσθέτει: “ο πιο ωραίος ελληνικός στίχος”.”

Οι κριτικοί της εποχής (Κλέων Παράσχος,Ναπολέων Λαπαθιώτης, Άλκης Θρύλος, Βάσος Βαρίκας, Γιώργος Κοτζιούλας) συνάντησαν δυσκολίες στην κατανόηση ορισμένων ποιημάτων της συλλογής και γι’ αυτό τα χαρακτήρισαν ακατανόητα, ασυνάρτητα, παράδοξα ή ακόμα και εξωφρενικά. Υπήρξαν όμως παράλληλα και άλλοι που την υποδέχθηκαν θετικά: οι Αρίστος Καμπάνης, Κωνσταντίνος Δημαράς, Γιώργος Θεοτοκάς και Βασίλης Φωτιάδης πρόβαλαν την πρωτοτυπία της και τη σχέση της με την «καθαρή ποίηση» και τους Γάλλους συμβολιστές.

Η ανοχή της μερίδας αυτής απέναντι στις επιρροές (μιλούν για “συγγένειες”, “έμπνευση”, “απήχηση”) δεν είναι άσχετη με τις προσδοκίες τους για “ποιητική αλλαγή”. Ο Κωστής Παλαμάς επισήμανε την σκοτεινότητα και αινιγματικότητα των ποιημάτων και ζήτησε τη βοήθεια του ποιητή “για την αποκρυπτογράφηση του ποιητικού νοήματος”. Πάντως την αναγνώριζε και ως στροφή στη νεότερη ποίηση. Η ποιητική όμως αλλαγή που οραματιζόταν οι δύο ποιητές, ο Σεφέρης και ο Παλαμάς, δεν γίνονταν με τον ίδιο τρόπο και προς τις ίδιες αισθητικές αξιώσεις. Καίριας σημασίας ήταν η συμβολή του Γιώργου Κατσίμπαλη που θεωρούσε τη συλλογή “βιβλίο τάσης και κατεύθυνσης” και οργάνωσε προσπάθεια με σκοπό να επιβάλει “το βιβλιαράκι αυτό με κάθε τρόπο και θυσία” ώστε να απασχολήσει τη “βαθυστόχαστη νεοελληνική κριτική”.

Τον Μάιο του 1932 κυκλοφόρησε το έργο του “Μια νύχτα στην ακρογιαλιά” και τον Οκτώβριο η “Στέρνα”, αφιερωμένη στον Γιώργο Αποστολίδη. Το 1934 ο Σεφέρης επέστρεψε στην Αθήνα και τον Ιανουάριο του 1935 άρχισε η συνεργασία του με τις εκδόσεις Νέα Γράμματα, αναδημοσιεύοντας τη “Στέρνα”. Στις 13 Φεβρουαρίου του 1937 δημοσιεύτηκε στα Νέα Γράμματα επιστολή του περί της δημοτικής γλώσσας.

 

Η βράβευση με Νόμπελ Λογοτεχνίας

 

Από τη δεκαετία του ’50 το έργο του Σεφέρη μεταφράστηκε και ως συνέπεια ήρθε η βράβευσή του με το Νόμπελ Λογοτεχνίας τον Δεκέμβριο του 1963, “για το υπέροχο λυρικό ύφος του, που είναι εμπνευσμένο από ένα βαθύ αίσθημα για το ελληνικό πολιτιστικό ιδεώδες”, όπως αναφέρεται στο σκεπτικό της Σουηδικής Ακαδημίας.

«Τη στιγμή όπου ο βασιλιάς σας, η Α.Μ. Γουσταύος ΣΤ’ Αδόλφος, μου έδινε το δίπλωμα του βραβείου Νόμπελ, δεν μπόρεσα ο ίδιος να μη θυμηθώ με συγκίνηση τις μέρες όπου, ως διάδοχος, είχε επιμείνει να συμβάλει προσωπικά στις ανασκαφές της ακρόπολης της Ασίνης. Όταν πρωτοσυνάντησα τον Άξελ Πέρσον, τον μεγαλόκαρδο εκείνον άντρα που είχε και αυτός αφοσιωθεί σε τούτη την ανασκαφή, τον είχα ονομάσει ανάδοχό μου. Ναι, γιατί η Ασίνη μού είχε χαρίσει ένα ποίημα…». Ο Βασιλιάς της Ασίνης ήταν το ποίημα το οποίο ανέφερε σε εκείνη τη δοξαστική για την Ελλάδα τελετή, στις 10 Δεκεμβρίου του 1963, ο Γιώργος Σεφέρης. Το θέμα που ανέπτυξε σε γαλλική γλώσσα, στη Σουηδική Ακαδημία, ήταν «λίγα λόγια για τη νεότερη ελληνική παράδοση».

 

 

Ο νομπελίστας, πλέον, ποιητής μίλησε για τις “πολλές όψεις της Ελλάδος” επιλέγοντας ως “οδόσημα” τον Διονύσιο Σολωμό, τον Ανδρέα Κάλβο, τον Κωστή Παλαμά, τον Κωνσταντίνο Καβάφη και τον Ιωάννη Μακρυγιάννη. “Σας μίλησα γι’ αυτούς τους ανθρώπους, γιατί οι σκιές τους δεν έπαψαν να με συντροφεύουν από τότε που άρχισε το ταξίδι μου για τη Σουηδία και γιατί οι προσπάθειές τους αντιπροσωπεύουν, στο νου μου, τις κινήσεις ενός κορμιού αλυσοδεμένου επί αιώνες, όταν επιτέλους σπάσουν τα δεσμά του και ψηλαφεί, ξαναζωντανεύει κι αναζητάει τις φυσικές του κινήσεις…”.

Η απονομή του βραβείου Νομπέλ αποτέλεσε μείζον γεγονός για την Ελλάδα. “Η Σουηδική Ακαδημία ηθέλησε να εκδηλώση την αλληγγεύην της προς την σημερινή και ζωντανή Ελλάδα του πνεύματος”, δήλωσε ο Σεφέρης. “Επελέγη δια το υπέροχον λυρικόν ύφος του, που είναι εμπνευσμένο από εν βαθύ αίσθημα δια το ελληνικόν πολιτιστικόν ιδεώδες”, ανακοίνωσε η Σουηδική Ακαδημία. Ο διεθνής Τύπος συγκατένευσε θεωρώντας “αρίστη και εξαιρετική την εκλογή”.

Η δήλωση κατά της ΧούνταςΣτις 28 Μαρτίου 1969 ο Σεφέρης μίλησε για πρώτη φορά δημόσια εναντίον της Χούντας και η δήλωσή του μεταδόθηκε από την Ελληνική Υπηρεσία του BBC, τον ραδιοφωνικό σταθμό του Παρισιού και την Ντόιτσε Βέλε. Μεταξύ άλλων, είπε: “Κλείνουν δυο χρόνια που μας έχει επιβληθεί ένα καθεστώς όλως διόλου αντίθετο με τα ιδεώδη για τα οποία πολέμησε ο κόσμος μας και τόσο περίλαμπρα ο λαός μας, στον τελευταίο παγκόσμιο πόλεμο. Είναι μια κατάσταση υποχρεωτικής νάρκης όπου, όσες πνευματικές αξίες κατορθώσαμε να κρατήσουμε ζωντανές, με πόνους και με κόπους, πάνε κι’ αυτές να καταποντισθούν μέσα στα ελώδη στεκάμενα νερά. Δε θα μου ήταν δύσκολο να καταλάβω πως τέτοιες ζημιές δε λογαριάζουν παρά πολύ για ορισμένους ανθρώπους. Δυστυχώς, δεν πρόκειται μόνο γι’ αυτόν τον κίνδυνο.

Όλοι πια το διδάχτηκαν και το ξέρουν πως στις δικτατορικές καταστάσεις, η αρχή μπορεί να μοιάζει εύκολη, όμως η τραγωδία περιμένει, αναπότρεπτη, στο τέλος. Το δράμα αυτού του τέλους μάς βασανίζει, συνειδητά ή ασυνείδητα όπως στους παμπάλαιους χορούς του Αισχύλου. Όσο μένει η ανωμαλία, τόσο προχωρεί το κακό. Είμαι ένας άνθρωπος χωρίς κανένα απολύτως πολιτικό δεσμό, και, μπορώ να το πω, μιλώ χωρίς φόβο και χωρίς πάθος. Βλέπω μπροστά μου τον γκρεμό όπου μας οδηγεί η καταπίεση που κάλυψε τον τόπο. Αυτή η ανωμαλία πρέπει να σταματήσει. Είναι Εθνική επιταγή. Τώρα ξαναγυρίζω στη σιωπή μου. Παρακαλώ το Θεό, να μη με φέρει άλλη φορά σε παρόμοια ανάγκη να ξαναμιλήσω”. Γι’ αυτήν τη δήλωση του αφαιρέθηκε ο τίτλος του πρέσβη επί τιμή, καθώς και το δικαίωμα χρήσης διπλωματικού διαβατηρίου: στην τρισέλιδη επιστολή του Πιπινέλη προς τον Σεφέρη, αυτό δικαιολογείτο επειδή η δήλωσή του είχε μεταδοθεί από τη σοβιετική ραδιοφωνία και άρα ήταν αντεθνική προπαγάνδα.

πηγή: https://www.enikos.gr/