Τον Σεπτέμβριο του 1989, η Apple προχώρησε σε μια ριζοσπαστική κίνηση, καταστρέφοντας και θάβοντας 2.700 ολοκαίνουργιους υπολογιστές Lisa σε χωματερή της Γιούτα. Αν και το μοντέλο εξελίχθηκε σε μια διάσημη εμπορική αποτυχία, εξακολουθεί να αποτελεί κομβική στιγμή στην ιστορία της Apple.
Η ισοπέδωση του εναπομείναντος στοκ με μπουλντόζες αποτελούσε επιχειρηματική απόφαση με σκοπό την προστασία του εταιρικού γοήτρου και την εξασφάλιση φορολογικής διαγραφής πριν από το κλείσιμο του οικονομικού έτους.
Με τη θυσία εκείνη, η Apple έθαψε κυριολεκτικά το παρελθόν της, και άνοιξε τον δρόμο για την κυριαρχία του Macintosh στην αγορά.
Η ιστορία του μοντέλου ξεκίνησε με τις καλύτερες προοπτικές. Η Lisa ξεπέρασε κάθε τεχνολογικό όριο της εποχής, με ένα επαναστατικό ψηφιακό περιβάλλον με παράθυρα και εικονίδια, που επέτρεπε την ταξινόμηση εγγράφων σε φακέλους και εισήγαγε τη χρήση ποντικιού.
Η τεχνολογία βασίστηκε σε όσα είχε δει ο Στιβ Τζομπς κατά την επίσκεψή του στο ερευνητικό κέντρο Xerox PARC.
Το 1983, τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά συνιστούσαν απόλυτη πρωτοπορία, δικαιολογώντας τα 150 εκατομμύρια δολάρια που δαπάνησε η Apple για την ανάπτυξη του συστήματος.
Καταδικασμένο να αποτύχει
Το εγχείρημα, ωστόσο, αποδείχθηκε καταδικασμένο. Η αστρονομική αρχική τιμή άγγιζε τα 10.000 δολάρια –ποσό που με σημερινή αναγωγή στον πληθωρισμό ξεπερνά τις 31.000 δολάρια–την ώρα που η IBM κυριαρχούσε στην αγορά με πολύ φθηνότερα, αν και τεχνολογικά υποδεέστερα, μηχανήματα.
Η πρώτη έκδοση του συστήματος κατέγραψε μόλις 10.000 πωλήσεις. Παρά τις μετέπειτα αναβαθμίσεις και τις γενναίες μειώσεις τιμών που έφεραν τις συνολικές πωλήσεις της πλατφόρμας κοντά στις 60.000 μονάδες, η Apple διέκοψε οριστικά την παραγωγή το 1986, παραδίδοντας τη σκυτάλη στο σαφώς πιο επιτυχημένο Macintosh.
Και εγεννήθη το Macintosh
Η εμπορική αποτυχία συνοδεύτηκε από έντονο εσωτερικό παρασκήνιο. Ο τότε διευθύνων σύμβουλος, Τζον Σκάλεϊ, απομάκρυνε τον Στιβ Τζομπς από το πρόγραμμα ανάπτυξης της Lisa, γεγονός που πυροδότησε μια βαθιά, μακροχρόνια κόντρα μεταξύ των δύο ανδρών.
Η σύγκρουση κορυφώθηκε σε επίπεδο διοικητικού συμβουλίου, οδηγώντας στην παραίτηση του Στιβ Τζομπς και στην ίδρυση της NeXT Computer.
Προηγουμένως, ο Στιβ Τζομπς είχε αναλάβει την ανάπτυξη ενός νέου, εναλλακτικού υπολογιστή της εταιρείας. Αυτό το νέο σύστημα, το περίφημο Macintosh, ενσωμάτωνε τις ίδιες επαναστατικές λειτουργίες σε ένα πολύ πιο φθηνό πακέτο, εκτοπίζοντας οριστικά τη Lisa και επισπεύδοντας τον τερματισμό της παραγωγής της.
Μετά το τέλος της παραγωγής, χιλιάδες απούλητες μονάδες συσσωρεύτηκαν σε αποθήκες. Τότε εμφανίστηκε η εταιρεία Sun Remarketing, με επικεφαλής τον Bob Cook, η οποία αγόρασε περίπου 5.000 συστήματα. Η εταιρεία επένδυσε σημαντικά κεφάλαια για την ανάπτυξη του λογισμικού MacWorks, το οποίο επέτρεπε στη Lisa να τρέχει σύγχρονες εφαρμογές Macintosh, αναβαθμίζοντας και μεταπουλώντας τα μηχανήματα με επιτυχία.
Όταν όμως η Sun Remarketing ζήτησε να αποκτήσει και το εναπομείναν απόθεμα, η διοίκηση της Apple αρνήθηκε κατηγορηματικά, καθώς η κυκλοφορία φθηνών, ανακατασκευασμένων Lisa απειλούσε το γόητρο της εταιρείας.
Η τελική απόφαση της Apple να οδηγήσει τα τελευταία 2.700 συστήματα στην καταστροφή έχει και οικονομικό παρασκήνιο, το οποίο επιβεβαιώνουν έγγραφα της εποχής, όπως της τοπικής εφημερίδας The Herald Journal.
Η φορολογική διαγραφή
Πιεσμένη από το κλείσιμο του οικονομικού έτους, η εταιρεία επεδίωξε μια σημαντική φορολογική ελαφρυντική διαγραφή (tax write-off) λόγω απαξίωσης αποθέματος.
Η κίνηση αυτή της απέφερε μεγαλύτερο και πιο άμεσο κέρδος από την πώλησή τους. Έτσι, οι υπολογιστές μεταφέρθηκαν στη χωματερή της πόλης Λόγκαν στη Γιούτα, όπου υπό το βλέμμα φυλάκων ισοπεδώθηκαν από βαριές μπουλντόζες για να αποκλειστεί το ενδεχόμενο πλιάτσικου, και θάφτηκαν οριστικά.
Η Apple εξαγόρασε τελικά τη NeXT Computer το 1996, επαναφέροντας τον ιδρυτή της στην εταιρεία.
«Κειμήλιο»
Μέχρι το 1997, ο Στιβ Τζομπς είχε αναλάβει ξανά τα ηνία ως διευθύνων σύμβουλος, δρομολογώντας την πορεία που μετέτρεψε την Apple στον σημερινό τεχνολογικό κολοσσό.
Σήμερα, η μαζική «εξολόθρευση» του 1989 έχει μετατρέψει τις ελάχιστες μονάδες Lisa που διασώθηκαν στο απόλυτο κειμήλιο για τους συλλέκτες ρετρό υπολογιστών.
Η Lisa 1 θεωρείται σήμερα το δεύτερο πολυτιμότερο συλλεκτικό κομμάτι στην ιστορία των προσωπικών υπολογιστών, ακριβώς πίσω από τον Apple-1. Μάλιστα, στη δημοπρασία της συλλογής του Paul Allen στον οίκο Christie’s, μια αυθεντική Lisa 1 άγγιξε το ασύλληπτο ποσό των 882.000 δολαρίων.
naftemporiki.gr













