ΚΟΙΝΩΝΙΑ

ΕΠΙ ΤΗ ΕΠΕΤΕΙΩ ΤΟΥ ΕΝΔΟΞΟΥ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΥ ΑΓΩΝΟΣ

Οι γιορτές μας δίνουν την ευκαιρία να τιμήσουμε ό,τι σπουδαίο μας άφησε η ιστορική μας κληρονομιά. Μας δίνουν την ευκαιρία για περισυλλογή και αυτοσυγκέντρωση, για την εξαγωγή των απαραίτητων και χρήσιμων ιστορικών συμπερασμάτων και διδαγμάτων, τα οποία θα μας καθοδηγούν σαν αιώνια πυξίδα στον δρόμο του εθνικού μας χρέους. Από το φως τους παίρνουμε δύναμη και θάρρος, να συνεχίσουμε την ιστορική μας πορεία.

Μια τέτοια λαμπρή ιστορική επέτειος είναι εκείνη του μακεδονικού αγώνα. Σήμερα τιμούμε τους ήρωες μακεδονομάχους, όλους εκείνους Μακεδόνες και εθελοντές από κάθε μεριά της Ελλάδος που έλαβαν μέρος  στη σκληρή σύγκρουση της περιόδου από το 1904 έως το 1908.

Όπως είναι γνωστό, ο απελευθερωτικός αγώνας του 1821 δεν μπόρεσε να χαρίσει την πολυπόθητη ελευθερία σ όλον τον εθνικό κορμό. Έτσι, το 1830 οι υπόδουλοι Έλληνες ήταν περισσότεροι από τους ελεύθερους, αφού τα σύνορα του ελληνικού κράτους έφταναν μέχρι τη Θεσσαλία.

Βαρύ το χρέος της μικρής χώρας μας απέναντι στα υπόδουλα τέκνα της, στη Μακεδονία, στην Ήπειρο, στη Θράκη, στην Κρήτη, στα Επτάνησα και σε άλλες περιοχές, που εξακολουθούσαν να στενάζουν κάτω από βαρύ ζυγό. Η μικρή Ελλάδα και οι ελεύθεροι Έλληνες δεν έπαψαν ποτέ να νοιάζονται για τους αδελφούς τους. Είχαν ζήσει όλοι το βάρος και τα δεινά της σκλαβιάς και ένιωθαν έντονα τη λαχτάρα των αδελφών τους, για την απόκτηση της πολυπόθητης ελευθερίας.

Μια πρώτη πρόοδος στην προσπάθεια της εθνικής ολοκλήρωσης στάθηκε η ένωση της Επτανήσου με τη μητέρα Ελλάδα στις 21 Μαΐου του 1864, ύστερα από παραίτηση της προστασίας των Ιονίων νήσων από τους Άγγλους, που τα κατείχαν μέχρι τότε. Ακολούθησε η παραχώρηση της Θεσσαλίας εκτός της Ελασσόνας και του Ολύμπου και τμήμα της Ηπείρου, στην περιοχή της Άρτας, με τη συμφωνία  της Κωνσταντινουπόλης στις 28 Μαρτίου του 1881.

Από τη στιγμή εκείνη η επιθυμία της ελευθερίας έγινε εντονότερη στη γη των Μακεδόνων. Οι προοπτικές όμως και οι δυνατότητες για την πραγματοποίηση ενός τέτοιου σκοπού ήταν πολύ δύσκολες.

Σημαντικότερο γεγονός στάθηκε το σχίσμα της βουλγαρικής εκκλησίας, η οποία ονομάσθηκε πια Εξαρχία και αποδεσμεύθηκε, όχι μόνο από τη θρησκευτική δικαιοδοσία, αλλά και από την πολιτική εποπτεία του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Αυτό συνέβη ύστερα από ισχυρές πιέσεις που άσκησε η Ρωσία στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, προκειμένου να διασφαλίσει την εκκλησιαστική αυτονομία των Βουλγάρων έναντι του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Το σχέδιο απέβλεπε όχι μόνο στην αποδυνάμωση της πνευματικής, πολιτιστικής και πολιτικής επιρροής του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως στη βαλκανική χερσόνησο, αλλά και στην προετοιμασία του εδάφους για τη διοικητική αυτονόμηση των Βουλγάρων από την οθωμανική κυριαρχία. Τελικά, οι προσπάθειες εκείνες επέτυχαν με την ίδρυση, ύστερα από σουλτανική απόφαση, της βουλγαρικής Εξαρχίας στα 1872. Έτσι, ο φαινομενικά τυπικός εκείνος εκκλησιαστικός διαχωρισμός των ορθόδοξων πληθυσμών έλαβε τη μορφή εθνικής αντιπαράθεσης μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων και αποτέλεσε την απαρχή του Μακεδονικού Αγώνα.

Η βουλγαρική προπαγάνδα από εξαρχικούς δασκάλους και ιερείς στα μακεδονικά χωριά, τυπικά, αποσκοπούσε στον θρησκευτικό προσηλυτισμό. Ουσιαστικά όμως απέβλεπε στην ισχυροποίηση των βουλγαρικών θέσεων στην Μακεδονία. Την εποχή εκείνη οι διακρίσεις των πληθυσμών στη νευραλγική αυτή περιοχή των Βαλκανίων δεν γινόταν με βάση την εθνική τους ταυτότητα, αλλά τη θρησκευτική τους επιλογή. Εξαρχικός ή σχισματικός σήμαινε Βούλγαρος, ενώ πατριαρχικός δήλωνε τον Ορθόδοξο Έλληνα. Η δράση αυτή εντάθηκε και συστηματοποιήθηκε μετά το 1890, όταν ιδρύθηκαν οι οργανώσεις των Βούλγαρων Κομιτατζήδων, οι οποίοι ξεχύθηκαν στη Μακεδονία και άρχισαν μεθοδικά, στην αρχή ήπια και μετά σκληρά, να επιδίδονται συστηματικά στο αφελληνισμό των μακεδονικών χωριών. Με εκτεταμένες τρομοκρατικές ενέργειες πίεζαν καθημερινά τους Μακεδόνες να εγκαταλείψουν την πατροπαράδοτη πίστη τους προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως και να ακολουθήσουν την Εξαρχία. Τους πίεζαν ακόμη να ομολογήσουν ότι είναι Βούλγαροι, φροντίζοντας παράλληλα να καλλιεργήσουν τη βουλγάρικη γλώσσα τοποθετώντας Βούλγαρους δασκάλους στα σχολεία. Η κατάσταση αυτή έγινε αφόρητη μετά τον ατυχή ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897. Έτσι, η Μακεδονία ζούσε μία μαρτυρική περίοδο κάτω από το την πίεση και τον φόβο των Τούρκων και των Βουλγάρων. Πολλοί Μακεδόνες μην αντέχοντας τη διπλή αύτη τυρρανία είχαν αρχίσει ένοπλη αντίσταση κατά των βούλγαρων τρομοκρατών. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, προκειμένου να συμπαρασταθεί στους Μακεδόνες έστειλε σε νευραλγικά κέντρα νέους φωτισμένους ιεράρχες με θάρρος, για να τονώσουν τους κατοίκους που δοκιμάζονταν από τους Κομιτατζήδες. Ανάμεσά τους σημαντικές προσωπικότητες του κλήρου όπως ο Γερμανός Καραβαγγέλης επίσκοπος της Μητροπόλεως Καστοριάς, ο Χρυσόστομος Καλαφάτης στη Μητρόπολη Δράμας, ο μετέπειτα μαρτυρικός μητροπολίτης Σμύρνης το 1922, ο Γρηγόριος Ωρολογάς επίσκοπος Στρωμνίτσης, ο μετέπειτα μάρτυρας μητροπολίτης Κυδωνιών της Μ. Ασίας, ο μητροπολίτης Διδυμοτείχου, Ορεστιάδος και Σουφλίου Ιωακείμ, ο κατά κόσμον Σιγάλας, ο οποίος, νέος ακόμα, έδρασε στην περιοχή του Μοναστηρίου, είναι μερικοί ιεράρχες που συνετέλεσαν στη διατήρηση του ελληνικού στοιχείου στην περιοχή τους και στην ενίσχυση του Μακεδονικού Αγώνα.

Τα γεγονότα όμως που στάθηκαν πολύ σημαντικά για την έναρξη του Μακεδονικού Αγώνα, ήταν η τοποθέτηση του νεαρού  Ίωνα Δραγούμη στο Προξενείο Μοναστηρίου το 1902 και του Λάμπρου Κορομηλά γενικού Πρόξενου της Ελλάδας στη Θεσσαλονίκη.

Από το 1902 ο Δραγούμης, κηρύσσοντας αληθινή εθνική σταυροφορία στην ευρύτερη περιοχή της Δυτικής Μακεδονίας, κατηχούσε, εμψύχωνε, όριζε διοικητικές επιτροπές σε πόλεις και χωριά και οργάνωσε τη «Μακεδονική Άμυνα» στην περιοχή Μοναστηρίου.

Στα 1904 δημιουργείται στην Αθήνα επιτροπή με την ονομασία Ελληνομακεδονικό Κομιτάτο (ή απλώς Μακεδονικό Κομιτάτο) από τον δημοσιογράφο και συγγραφέα Δημήτριο Καλαποθάκη, με σκοπό την ενίσχυση της ελληνικής επιρροής στην περιοχή της Μακεδονίας. Βασικό στέλεχός του ήταν και ο Παύλος Μελάς, ο οποίος απαρνούμενος τις ανέσεις της οικογενειακής του ζωής στην Αθήνα, έθεσε ως σκοπό της ζωής του την απελευθέρωση της Μακεδονίας και τη διάσωση του ελληνισμού.

Την άνοιξη του 1904 στάλθηκαν μυστικά στη Μακεδονία τέσσερις έμποροι. Στην πραγματικότητα ήταν αξιωματικοί του ελληνικού στρατού. Ανάμεσά τους και ο Παύλος Μελάς, με το ψευδώνυμο Πέτρος Δέδες. Ο Μελάς ξαναγύρισε στη Μακεδονία τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου με δικό του επαναστατικό  σώμα, ως καπετάν Μίκης Ζέζας, ψευδώνυμο που προήλθε από τη σύνθεση των ονομάτων των δύο παιδιών του (Μιχάλη και Ζωή). Το Σώμα αυτό συγκροτήθηκε από ντόπιους και εθελοντές από την ελεύθερη Ελλάδα και την Κρήτη. Οι Μακεδόνες τον δέχθηκαν ως ελευθερωτή.

Το υψηλό του φρόνιμα και οι σπάνιες ψυχικές αρετές του τον κατέστησαν σύμβολο του μακεδονικού αγώνα. Οι Κομιτατζήδες δέχτηκαν δεινό πλήγμα στα σχέδια τους. Προδομένος όμως στα καταδιωκτικά αποσπάσματα των Τούρκων κυκλώθηκε στη περιοχή της Σιάτιστας και  έπεσε ηρωικά στις 13 Οκτωβρίου του 1904. Ο Παύλος Μελάς δεν ήταν βέβαια ούτε ο πρώτος ούτε ο τελευταίος Έλληνας νεκρός του Μακεδονικού Αγώνα. Η απήχηση της αυτοθυσίας του ενήργησε ως καταλύτης, εμπνέοντας κι άλλους εθελοντές, που έσπευσαν από την ελεύθερη Ελλάδα, για να σμίξουν με τους Μακεδόνες αντάρτες.

Στον μακεδονικό αγώνα ο ρόλος των εκπαιδευτικών ήταν εξίσου σημαντικός με των κληρικών. Η σταθερή λειτουργία σχολείων σε αμφισβητούμενες περιοχές ήταν ένδειξη ελληνισμού και πρόκριμα για την τελική ελληνική επικράτηση. Στον χάρτη των χριστιανικών σχολείων της Μακεδονίας τα ελληνικά υπερτερούσαν παντού. Στα τέλη του 19ου αιώνα στην ευρύτερη τότε περιοχή της Μακεδονίας λειτουργούσαν 1.000 περίπου ελληνικά εκπαιδευτήρια, με περισσότερους από 70.000 μαθητές και τροφίμους και 1.700 δασκάλους και καθηγητές.

Δεν υπάρχει ένας πλήρης κατάλογος των πεσόντων εκπαιδευτικών. Έμειναν όμως στη μνήμη όλων τα θρυλικά ονόματα της Αικατερίνης Χατζηγεωργίου, του Ιωάννη Πίτσουλα και της Βελίκας Τράικου και πολλών άλλων.

Τέσσερα χρόνια κράτησε ο ένοπλος Μακεδονικός Αγώνας (1904 – 1908). Έγιναν πολλές αιματηρές συγκρούσεις και αναρίθμητοι υπήρξαν οι μάρτυρες και οι ήρωες. Ο σπόρος που έσπειραν οι μακεδονομάχοι  στη γόνιμη μακεδονική γη έφερε πλούσιους καρπούς. Δεν είναι, μάλιστα, υπερβολή να λεχτεί ότι μετά το θάνατό του ο Μελάς πέτυχε να κάνει την τύχη της Μακεδονίας υπόθεση του κάθε Έλληνα. Με τον αποφασιστικό αγώνα τους οι Μακεδονομάχοι απέτρεψαν την  εξόντωση του ελληνισμού της Μακεδονίας, με όλα τα επακόλουθα μιας τέτοιας επιτυχίας, και εξασφάλισαν τη μακεδονική ελευθερία που πραγματοποιήθηκε οριστικά με τους βαλκανικούς πολέμους του 1912-13. Έτσι, ο Ίωνας Δραγούμης που διεκήρυττε «Να τρέξουμε να σώσουμε την Μακεδονία, η  Μακεδονία θα μας σώσει. Αν τρέξουμε να σώσουμε την Μακεδονία, εμείς θα σωθούμε»  είχε δικαιωθεί.

Αιώνια τιμή και δόξα σ’ όλους αυτούς που αγωνίστηκαν για την Μακεδονία μας. Οι αλησμόνητοι ήρωες του ένδοξου Μακεδονικού Αγώνα ας μας ενισχύουν με το θάρρος τους και τη θυσία τους.

 

Ιωάννης Σιγούρος
Υπεύθυνος Σχολικών Δραστηριοτήτων Δ/νσης Πρωτ/θμιας Εκπ/σης ΠΕ Ροδόπης

Ιστορικό

Θρακική Αγορά

Μedia Group

Θρακική Αγορά FB

Ποπολάρος

Εvros24