LIFESTYLE

Μακροζωία: Η λύση για να παραμείνετε υγιείς είναι μέσα σας

Τον εντυπωσιακό βαθμό με το οποίο το εντερικό μικροβίωμα επιδρά τόσο στην υγεία, όσο και στην ασθένεια, καταγράφει νέα μελέτη που εξέτασε τη διασύνδεση των βακτηρίων και άλλων μικροοργανισμών στο πεπτικό σύστημα με δεκάδες νόσους, συμπτώματα και τη σωματική κατάσταση εν γένει, περιλαμβανομένων της αρτηριακής υπέρτασης, των υψηλών επιπέδων λιπιδίων στο αίμα και του δείκτη μάζας σώματος.

«Η μελέτη μας αποτυπώνει ότι το μικροβίωμα του εντέρου μπορεί να έχει σημαντικό ρόλο στη διατήρηση της υγείας και θα μπορούσε να μας βοηθήσει να αναπτύξουμε νέες θεραπείες» δήλωσε η συγγραφέας της μελέτης, Δρ Hilde Groot, του Πανεπιστημιακού Ιατρικού Κέντρου του Γκρόνινγκεν, στην Ολλανδία.

Τα σχετικά ευρήματα παρουσιάστηκαν στο ετήσιο συνέδριο της Ευρωπαϊκής Καρδιολογικής Εταιρείας.

Το εντερικό μικροβίωμα αναφέρεται στο σύνολο των μικροοργανισμών και του συλλογικού γενετικού τους υλικού που υπάρχουν στο πεπτικό σύστημα. Μελέτες μικρής κλίμακας έχουν δείξει ήδη συσχέτιση μεταξύ του εντερικού μικροβιώματος και μεμονωμένων ασθενειών.

Η νέα μελέτη είναι η πρώτη που εξέτασε τη συσχέτιση του εντερικού μικροβιώματος με πολλαπλές ασθένειες και άλλα χαρακτηριστικά των συμμετεχόντων στην έρευνα –422.417 άτομα των οποίων η γενετική σύνθεση αντλήθηκε από βάση δεδομένων στο Ηνωμένο Βασίλειο.

Για την ανάλυση χρησιμοποιήθηκαν γενετικά δεδομένα για τη σύνθεση του εντερικού μικροβιώματος. «Προηγούμενες έρευνες έχουν δείξει πως η σύνθεση του εντερικού μικροβιώματος θα μπορούσε να εξηγηθεί εν μέρει από γενετικές ποικιλομορφίες. Κατ’ επέκταση, αντί να μετρήσουμε απευθείας τη σύνθεση του μικροβιώματος, χρησιμοποίησαμε γενετικές παραλλαγές ώστε να εκτιμήσουμε τη σύνθεσή του» εξηγεί η Δρ. Hilde Groot.

Συγκεντρώθηκαν, επίσης, πληροφορίες για ένα ευρύ φάσμα ασθενειών και άλλων χαρακτηριστικών των συμμμετεχόντων, συμπεριλαμβανομένου του δείκτη μάζας σώματος και της αρτηριακής πίεσης. Η μέση ηλικία τους ήταν τα 57 έτη και το 54% ήταν γυναίκες.

Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι υψηλότερα επίπεδα έντεκα βακτηρίων (εκτιμώμενα από γενετικά δεδομένα) συσχετίστηκαν με συνολικά 28 εκφάνσεις της υγείας των μετεχόντων και ασθενειών. Ανάμεσά τους, χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια, ατοπία δέρματος (γενετική τάση ανάπτυξης αλλεργικών ασθενειών, όπως το άσθμα και το έκζεμα), συχνότητα πρόσληψης αλκοόλ, υψηλή αρτηριακή πίεση, υψηλά λιπίδια στο αίμα και δείκτης μάζας σώματος. Ενδεικτικά, υψηλότερα επίπεδα του βακτηρίου Ruminococcus συνδέθηκαν με αυξημένο κίνδυνο υψηλής αρτηριακής πίεσης.

Συγκεκριμένα ως προς την κατανάλωση αλκοόλ, η Δρ Groot επισήμανε: «Ό,τι τρώμε και πίνουμε συνδέεται με τη σύσταση του μικροβιώματος, οπότε μελετήσαμε τις συσχετίσεις με το κρέας, την καφεΐνη και το αλκοόλ. Παρατηρήσαμε πιο συχνή συσχέτιση μεταξύ των αυξημένων επιπέδων του Methanobacterium και της κατανάλωσης αλκοόλ. Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι δεν πρόκειται για αιτιώδη σχέση και απαιτείται περαιτέρω έρευνα.

Στα θετικά πρόσημα της μελέτης, ήταν κατά την ίδια, το γεγονός ότι πραγματοποιήθηκε εκτεταμένη ανάλυση στην ίδια ομάδα ανθρώπων.

«Λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι τα αποτελέσματα παρατηρήθηκαν σε μία ομάδα, αυτό συνηγορεί επιφυλακτικά υπέρ της άποψης ότι το μικροβίωμα και οι ουσίες που παράγει (μεταβολίτες) παρέχουν συνδέσμους μεταξύ πολλών ασθενειών και καταστάσεων» αναφέρει.

Και καταλήγει λέγοντας πως «τα ευρήματα μπορεί να βοηθήσουν στον εντοπισμό κοινών διαύλων», ωστόσο σημειώνει εκ νέου πως απαιτείται περαιτέρω έρευνα για την επαλήθευση των ευρημάτων, και η εν λόγω μελέτη δείχνει το δρόμο.

πηγή:https://ygeiamou.gr/