«Η αποταμίευση χρημάτων για το μακρινό μέλλον είναι μάταιη με την έλευση της υπερευφυούς αφθονίας». Με αυτή την ανάρτηση στο X, στις 29 Οκτωβρίου, ο Έλον Μασκ επανέφερε μια ιδέα που είχε διατυπώσει λίγους μήνες νωρίτερα: ότι η τεχνητή νοημοσύνη και τα ρομπότ θα μπορούσαν να αλλάξουν τόσο ριζικά την παραγωγή, ώστε το χρήμα να πάψει να έχει τη σημερινή του βαρύτητα.
Η αφορμή ήταν μια χρήστρια που αστειεύτηκε ότι δεν αγχώνεται για τις «αμφισβητήσιμες οικονομικές επιλογές» της, αφού σε λίγα χρόνια τα περισσότερα ίσως να μην έχουν σημασία. Ο Μασκ συμφώνησε. Και η σύντομη απάντηση επανέφερε στο προσκήνιο την πρόβλεψή του για το 2036.
Σε συνέντευξή του στο Economist τον περασμένο Ιούλιο, είχε πει ότι «το χρήμα δεν θα έχει σημασία το 2036». Το σκεπτικό του είναι ότι οι άνθρωποι χρειάζονται χρήματα για να αποκτήσουν αγαθά και υπηρεσίες, από τροφή και στέγαση έως μεταφορές και ψυχαγωγία. Πώς γίνεται αυτό; Αν η τεχνητή νοημοσύνη και τα ρομπότ παράγουν περισσότερα από όσα μπορεί να καταναλώσει ο άνθρωπος, η ανάγκη για χρήμα θα μειωθεί δραστικά.
Ουτοπία ή δυστοπία;
Ο Μασκ συνδέει αυτή την προοπτική με την ταχεία ανάπτυξη της ψηφιακής νοημοσύνης και την έλευση ανθρωποειδών ρομπότ που θα μπορούν να εκτελούν εργασίες στον φυσικό κόσμο. Έχει προβλέψει ότι η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί μέσα σε περίπου 5 χρόνια να ξεπεράσει τη συνολική ανθρώπινη νοημοσύνη και ότι, σε μια δεκαετία, η παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών θα μπορούσε να έχει αυξηθεί σε βαθμό που η εργασία να μην είναι απαραίτητη για την κάλυψη των βασικών αναγκών. Ο ίδιος το περιγράφει περίπου ως ουτοπία, αν και φαίνεται το όραμά του να το χωρίζει μία λεπτή γραμμή από την απόλυτη δυστοπία.
Η πρόβλεψη για το χρήμα, επομένως, δεν αφορά απλώς χαμηλότερες τιμές ή φθηνότερα προϊόντα. Περιγράφει μια οικονομία στην οποία η παραγωγική δυνατότητα θα είναι τόσο μεγάλη ώστε η πρόσβαση στα αγαθά να μην εξαρτάται πλέον από το εισόδημα και την εργασία όπως σήμερα. Ο ίδιος έχει μιλήσει για «καθολικό υψηλό εισόδημα», με κρατικές πληρωμές προς όλους, καθώς η αυτοματοποίηση θα περιορίζει την ανάγκη για ανθρώπινη εργασία.

Η τεχνολογία μπορεί να περιορίσει τη σπανιότητα — όχι να την εξαφανίσει
Η ιδέα δεν είναι αυτονόητα παράλογη. Ο οικονομολόγος Στιβ Χάνκε του Πανεπιστημίου Τζονς Χόπκινς έχει αναγνωρίσει ότι, αν η παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών αυξηθεί ταχύτερα από την ποσότητα χρήματος στην οικονομία, το αποτέλεσμα θα μπορούσε να είναι αποπληθωριστικό. Η βασική διαίσθηση, περισσότερη παραγωγή, χαμηλότερες τιμές, έχει οικονομική βάση.
Ο ίδιος, ωστόσο, σημειώνει ότι η ταχεία αύξηση της παραγωγικότητας δεν εγγυάται από μόνη της αποπληθωρισμό. Ιστορικά, περίοδοι ισχυρής ανάπτυξης και αύξησης της παραγωγικότητας έχουν συνυπάρξει με διαφορετικές πορείες τιμών. Επομένως, η κατεύθυνση των τιμών εξαρτάται και από την προσφορά χρήματος, τη ζήτηση και τις συνθήκες της οικονομίας.
Ακόμη πιο θεμελιώδης είναι η ένσταση του οικονομολόγου Φρέντρικ Άντερσον από το Πανεπιστήμιο Lund. Η τεχνητή νοημοσύνη και τα ρομπότ, λέει, μπορούν να αυξήσουν την παραγωγικότητα και να μειώσουν την ανάγκη για ανθρώπινη εργασία. Αυτό δεν σημαίνει ότι θα εξαφανιστεί κάθε σπανιότητα. Μπορεί να κατασκευαστούν εκατομμύρια κατοικίες, αλλά όχι απεριόριστες κατοικίες σε μια συγκεκριμένη περιοχή.
Η γη, η ενέργεια, οι φυσικοί πόροι, ο χρόνος και η ανθρώπινη προσοχή παραμένουν περιορισμένα.
Υπάρχουν και τα υλικά όρια της ίδιας της τεχνολογίας: τα κέντρα δεδομένων χρειάζονται ηλεκτρική ενέργεια, ενώ τα ρομπότ απαιτούν μέταλλα, ημιαγωγούς, μπαταρίες και εργοστάσια. Ακόμη κι αν η παραγωγή πολλών αγαθών γίνει πολύ φθηνότερη, θα εξακολουθεί να πρέπει να αποφασίζεται ποιος θα έχει πρόσβαση σε όσα παραμένουν σπάνια.
Αυτό μετατοπίζει τη συζήτηση από το αν θα παράγονται περισσότερα αγαθά στο ποιος θα ελέγχει τα μέσα παραγωγής και ποιος θα αποκομίζει το όφελος. Όπως συνοψίζει ο Άντερσον, η τεχνολογία μπορεί να κάνει τις κοινωνίες πολύ πλουσιότερες, αλλά δεν καθορίζει πώς θα μοιραστεί ο πλούτος. Αυτό παραμένει ζήτημα θεσμών και πολιτικών επιλογών.

Το χρήμα δεν θα υπάρχει σε λίγο, αλλά η λιτότητα είναι…«αναγκαία»
Εδώ προκύπτουν και οι πολιτικές αντιφάσεις. Ο Μασκ έχει υποστηρίξει μεγάλες περικοπές ομοσπονδιακών δαπανών, με στόχο, όπως έχει πει, τη μείωση του ελλείμματος και την εξάλειψη σπατάλης και απάτης. Έχει επίσης βρεθεί στο επίκεντρο της προσπάθειας περιορισμού της αμερικανικής εξωτερικής βοήθειας, ζητώντας βαθύ μαχαίρι στα κονδύλια για τη USAID.
Η αντίφαση είναι εμφανής: αν η τεχνολογική αφθονία πρόκειται να καταστήσει την εργασία λιγότερο αναγκαία και το χρήμα άνευ σημασίας, γιατί να περιορίζεται σήμερα η βοήθεια προς ευάλωτους πληθυσμούς ή το κοινωνικό κράτος, με το επιχείρημα της δημοσιονομικής εξυγίανσης; Τα 10 χρόνια δεν είναι δα κανένα μακρινό μέλλον. Για αυτό άλλωστε και ο ίδιος λέει ότι δεν είναι αναγκαία η αποταμίευση.
Δεν μας εξηγεί επίσης ο Μασκ τι συμβαίνει στους ανθρώπους που χάνουν εργασία ή στήριξη κατά τη μετάβαση, πριν φτάσει — αν φτάσει — η αφθονία;
Ο ίδιος έχει αναγνωρίσει ότι η λύση του «καθολικού υψηλού εισοδήματος» θα απαιτούσε κρατικές πληρωμές. Αυτό, όμως, προϋποθέτει έναν μηχανισμό αναδιανομής και πολιτικές αποφάσεις για το ποιος πληρώνει, ποιος λαμβάνει και πώς διασφαλίζεται ότι οι νέες παραγωγικές δυνατότητες θα ωφελήσουν ευρύτερα την κοινωνία.
«Αν δεν θα έχει σημασία, γιατί δεν το χαρίζει;»
Το χάσμα ανάμεσα στην υπόσχεση της κοινής αφθονίας και στη συγκέντρωση πλούτου έχει ήδη γίνει αντικείμενο δημόσιας αντιπαράθεσης. Μετά την πρόβλεψη του Μασκ στο Economist, ο νομπελίστας οικονομολόγος Ντάρον Ατζέμογλου τον προκάλεσε να δεσμευθεί ότι θα διαθέσει την περιουσία του σε φιλανθρωπικούς σκοπούς έως το 2036, εφόσον πράγματι πιστεύει ότι το χρήμα θα έχει χάσει τη σημασία του. Ο Μασκ απάντησε ότι σκοπεύει να κάνει «κάτι προς αυτή την κατεύθυνση».
Η πρόκληση φωτίζει τον πυρήνα της διαφωνίας. Η τεχνολογική πρόοδος μπορεί να αυξήσει την παραγωγή. Δεν εγγυάται, όμως, ότι τα οφέλη θα κατανεμηθούν σε όλους, ούτε ότι τα βασικά αγαθά θα είναι προσβάσιμα ανεξάρτητα από την αγοραστική δύναμη. Ο οικονομολόγος Γκαμπριέλ Ζούκμαν έχει υπογραμμίσει ότι ο πλούτος δεν κατανέμεται μόνος του· εξαρτάται από την ιδιοκτησία, τη φορολογία και τους πολιτικούς θεσμούς.
Και ο ίδιος ο Μασκ, άλλωστε, δεν περιγράφει ένα μέλλον χωρίς καμία ανάγκη για κατανομή. Αν χρειάζεται «καθολικό υψηλό εισόδημα», τότε το κρίσιμο ζήτημα δεν εξαφανίζεται: αλλάζει μορφή. Από το ποιος έχει δουλειά και μισθό, περνά στο ποιος κατέχει τα ρομπότ, τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης, την ενέργεια και τις υποδομές — και ποιος αποφασίζει πώς θα μοιράζεται το προϊόν τους.
Ίσως, λοιπόν, η πιο βάσιμη πλευρά της πρόβλεψης να μην είναι ότι το χρήμα θα πάψει να υπάρχει έως το 2036. Είναι ότι η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να ανατρέψει τη σχέση ανάμεσα στην εργασία, στο εισόδημα και στην παραγωγή. Το αν αυτή η αλλαγή θα φέρει ευημερία για πολλούς ή ακόμη μεγαλύτερη συγκέντρωση πλούτου δεν θα το αποφασίσουν τα ρομπότ. Θα το αποφασίσουν οι κανόνες που θα θεσπίσουν οι κοινωνίες — και οι επιλογές που θα κάνουν οι κυβερνήσεις πολύ πριν φτάσει το 2036.














